ἔνδεσις

ἔν-δεσις, εως, , (ἐνδέω A)
A binding on, of the point of the pilum, Plb. 6.23.11: pl., fastenings, Ph.Bel.99.47; junction,

τοῦ ποδός Hp.Oss. 16

.
2 swaddling, Sor.1.84.
II entanglement, M.Ant. 10.28.
2 cohesion of superstructure and foundation, Ph.Bel.84.20 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔνδεσις — binding on fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδέσεις — ἔνδεσις binding on fem nom/voc pl (attic epic) ἔνδεσις binding on fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔνδεσιν — ἔνδεσις binding on fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένδεση — η (AM ἔνδεσις, η) νεοελλ. 1. εσωτερική σύνδεση 2. ενδέτης αρχ. 1. (για οστά) συναρμολόγηση, συνάρθρωση 2. στερέωση ενός αντικειμένου με πρόσδεση 3. η συναρμογή τού εποικοδομήματος με τη βάση 4. εμπλοκή, ταραχή …   Dictionary of Greek

  • συνένδεσις — ή συνένδησις, ήσεως, ἡ, Α σύνδεση κάποιου με κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἔνδεσις «σύνδεση, συναρμογή»] …   Dictionary of Greek

  • ἐνδέσεως — ἐνδέσεω̆ς , ἔνδεσις binding on fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.